Η Άιντα του Λένινγκραντ

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2018

Η Άιντα του Λένινγκραντ

Λένινγκραντ ΕΣΣΔ, Δεκέμβριος του 1962.   

Μια νεαρή γυναίκα στέκεται σε μια γωνία κρατώντας μικρές αυτοσχέδιες πρωτοχρονιάτικες καρτούλες με ποιήματα. Μερικοί τις παίρνουν από περιέργεια, μερικοί επειδή είναι απίστευτα όμορφη, αλλά το πιθανότερο είναι ότι έπαιρναν τις κάρτες εξαιτίας της χαράς και της αγάπης που φαινόταν στο χαμόγελό της, καθώς κοιτούσε κάθε άτομο στα μάτια και του έβαζε στο χέρι την κάρτα. Κάθε κάρτα περιείχε ένα ποίημα που είχε γράψει η ίδια. Κάθε ποίημα διακήρυττε την αγάπη της για τον Ιησού Χριστό και καλούσε τους ανθρώπους να ζητήσουν τον Θεό πριν να είναι αργά.

Συλλαμβάνεται από τις κομμουνιστικές αρχές και οδηγείται στο δικαστήριο για να «δικαστεί». Ενώπιον του δικαστηρίου η νεαρή χριστιανή Ρωσίδα με θάρρος ομολογεί: «Η κοινωνία που εσείς, οι κομμουνιστές χτίζετε, δεν μπορεί ποτέ να γίνει δίκαια, γιατί εσείς οι ίδιοι είστε άδικοι». Η απόφαση: ένοχη. Καταδικάζεται σε ένα χρόνο φυλάκιση. Χάνει τη δουλειά και την κατοικία της, αλλά όταν αποφυλακίζεται η πίστη της δεν έχει κλονισθεί. Λόγω της ομορφιάς της, της αποφασιστικότητάς της και του θάρρους της η κομμουνιστική εφημερίδα «Ιζβέστια» την ονόμασε «Πειρατή από τον οίκο της προσευχής».

Πρόκειται για την 20χρονη Aida Skripnikova (Άιντα Σκριπνίκοβα) που έγινε γνωστή ως «η Άιντα του Λένινγκραντ». Η Aida Mikhailovna Skripnikova γεννήθηκε σε ένα χωριό της Δυτικής Σιβηρίας, σε μια οικογένεια Βαπτιστών. Τον πατέρα της δεν τον γνώρισε ποτέ. Φυλακίστηκε και εκτελέστηκε επειδή αρνήθηκε για λόγους συνείδησης να πολεμήσει στο σοβιετικό στρατό όταν ήταν νεαρός. Η μητέρα της πέθανε όταν εκείνη ήταν έντεκα ετών και αν και η παιδεία που έλαβε στη συνέχεια ήταν αθεϊστική σοβιετική, εκείνη παρέμεινε χριστιανή, αν και δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την θρησκεία. Το 1960, μετακόμισε στο Λένινγκραντ όπου ζούσε ο αδελφός της Βίκτορ. Όταν ο Βίκτορ αρρώστησε από καρκίνο, (πέθανε τελικά σε ηλικία 25 ετών), αποφάσισε να γίνει πιο θερμή πιστή. Χωρίς φόβο άρχισε να μοιράζεται τις πεποιθήσεις της με άλλους και συνδέθηκε με μια μικρή μυστική προτεσταντική ομάδα.

Το 1965, οι σοβιετικές αρχές συνέλαβαν πάλι την Aida και πολλούς άλλους πιστούς σε μια παράνομη για το κράτος θρησκευτική συνάθροιση που πραγματοποιούσαν σε ένα δάσος. Ο θείος της που ήταν κήρυκας συνελήφθη και αυτός. Τον Νοέμβριο του 1965, καταδικάστηκε σε ένα χρόνο εγκλεισμού στο στρατόπεδο «εργασίας» στο Perm και αφέθηκε ελεύθερη τον Νοέμβριο του 1966.

Ένα από τα πράγματα που τόλμησε να γράψει, ήταν: «Εσείς, οι άθεοι, μπορείτε να συναντιέστε οποιαδήποτε ώρα και να κάνετε ό,τι σας αρέσει – να μιλάτε, να διαβάζετε ή να τραγουδάτε. Γιατί, λοιπόν δεν μπορούμε κι εμείς να κάνουμε το ίδιο; Ποιος νόμος μας το απαγορεύει; Γιατί δεν μπορούμε να προσευχόμαστε ή να διαβάζουμε τη Αγία Γραφή όποτε θέλουμε; Επιτρέπεται να μιλάμε για το Θεό μόνο στην εκκλησία. Βέβαια, δεν θα συμφωνούσατε αν σας επέτρεπαν να μιλάτε για θέατρο μόνο στο θέατρο ή για βιβλία μόνο στη βιβλιοθήκη. Με τον ίδιο τρόπο, δεν μπορούμε εμείς να σιωπάμε γι’ αυτό που αποτελεί όλο το νόημα της ζωής μας – για τον Χριστό μας».

Ήταν τεχνικά αληθές, όπως επεσήμανε ο σοβιετικός εισαγγελέας, ότι ο Χριστιανισμός ήταν «νόμιμος» στην ΕΣΣΔ, αλλά μόνο εφόσον οι Χριστιανοί διατηρούσαν τη θρησκεία τους για τον εαυτό τους. Όπως και στην περίπτωση της Aida, οι κομμουνιστικές αρχές υποστήριζαν ότι οι δίκες και τα κατηγορητήρια και οι ποινές φυλάκισης «δεν είχαν καμία σχέση με τη θρησκεία». Οι χριστιανοί καταδικάζονταν με την κατηγορία της «προδοσίας», της «ψυχικής αστάθειας» και της απελπισμένης «ανάγκης για επανεκπαίδευση στη σοβιετολογία». Αν και 12 εκατομμύρια από αυτούς θα σκοτωθούν και χιλιάδες περισσότεροι θα απολυθούν από τις δουλειές τους, θα διωχθούν από τα σπίτια τους και θα φυλακισθούν πριν τερματιστεί η σοβιετική κυριαρχία, επίσημα δεν κατηγορήθηκαν ότι «ήταν Χριστιανοί».

Όσο ήταν ελεύθερη η Aida προσπαθούσε να ενισχύσει με διάφορους τρόπους άλλους χριστιανούς που θα δικάζονταν. «Στέλναμε καρτ ποστάλ και γράφαμε στο πίσω μέρος του γραμματόσημου ένα μικρό μήνυμα», θυμάται. «Όταν ο παραλήπτης λάμβανε την καρτ ποστάλ έβαζε ατμό πάνω από το γραμματόσημο για να ξεκολλήσει και διάβαζε το μήνυμα».

Την Άιντα την συνέλαβαν ξανά και αυτή τη φορά την καταδίκασαν σε 4 χρόνια φυλακή, αλλά και πάλι δεν κλονίστηκε. Στα 27 της χρόνια η Άιντα αντιμετώπισε την τέταρτη ποινή φυλάκισης. Η φυλακή όμως γι’ αυτήν φαινόταν ότι το λιγότερο που μπορούσε να της κάνει, ήταν να της αυξάνει την αγάπη της για τον Θεό και τον Λόγο Του. «Στην φυλακή το δυσκολότερο πράγμα ήταν να ζω χωρίς Βίβλο», είπε αργότερα.

Μια φορά κάποιος της πέρασε λαθραία ένα Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, «Όταν οι φύλακες έμαθαν ότι είχα ένα Ευαγγέλιο, σήμαναν συναγερμό και έψαξαν ολόκληρη τη φυλακή. Στη δεύτερη έρευνα, το βρήκαν, τιμωρήθηκα γι’ αυτό και έπρεπε να περάσω δέκα μέρες και δέκα νύχτες απομόνωση σε ένα παγωμένο κελί. Όμως δύο βδομάδες αργότερα μου δόθηκε μία ολόκληρη Καινή Διαθήκη, την οποία κατάφερα να κρατήσω σχεδόν μέχρι τη μέρα της απελευθέρωσής μου».

«Ερεύνησαν τη φυλακή πολλές φορές, αλλά κάθε φορά ο Κύριος με βοηθούσε. Μάθαινα για την έρευνα, πριν γίνει και κατάφερνα να κρύψω το πολύτιμο βιβλίο. Πολλοί άλλοι φυλακισμένοι με βοηθούσαν να κρύψω το βιβλίο, παρόλο που δεν ήταν Χριστιανοί». 

Οι φύλακες έκαναν κι άλλα πράγματα στην προσπάθειά τους να την αποθαρρύνουν και να την κάνουν να αρνηθεί την πίστη της, αλλά κάποια απ’ αυτά έκαναν στους ίδιους ζημιά. «Μια φορά ο φύλακας μου έδειξε ένα πακέτο με φαγητό. Μου είπε ότι περιείχε σοκολάτες και άλλα πολύ ωραία πράγματα. Δεν μου το έδωσε, αλλά ήταν πολύ ενθαρρυντικό να γνωρίζω ότι οι φίλοι μου νοιάζονταν για μένα. Η πραγματικότητα σήμαινε πολλά περισσότερα από το φαγητό. Σε μια άλλη περίπτωση, μου είπε ότι είχαν φτάσει δέκα πακέτα για μένα από τη Νορβηγία, αλλά ούτε τότε μου τα έδωσε,.. Είναι τέτοια χαρά για μας να βιώνουμε αυτή τη συγκεκριμένη πνευματική ενότητα με Χριστιανούς από διαφορετικά μέρη του κόσμου. Αυτό μας έδινε ελπίδα στη φυλακή. Θέλω να στείλω μια έκφραση αγάπης από μας όλους σ’ εκείνους που νοιάστηκαν για μας και προσευχήθηκαν για μας».

Όταν τελείωσε και η τέταρτη ποινή φυλάκισης, η Άιντα είχε αλλάξει δραματικά. Η νεανική ομορφιά που έμοιαζε σαν σταρ του κινηματογράφου, δεν είχε μόνο εξαφανιστεί, αλλά μόλις στα τριάντα της φαινόταν περισσότερο από πενήντα. Ήταν τόσο καταβεβλημένη και φθαρμένη από τα χρόνια της φυλάκισης. Αν την γνώριζε κάποιος και την έβλεπε δεν θα αναγνώριζε ότι ήταν η ίδια γυναίκα, εκτός από ένα πράγμα: το χαμόγελό της, Αντανακλούσε ακόμα την αγάπη και τη χαρά της γνώσης του Κύριου της και Σωτήρα της Ιησού Χριστού.

Στην τελευταία και δυσκολότερη φυλάκισή της, η Άιντα είπε ότι ένα εδάφιο από την Αγία Γραφή την στήριζε. Το «Ο ζυγός μου είναι καλός και το φορτίον μου ελαφρόν». (Κατά Ματθαίον. 11:30).

Το 1976, ο Άγγλος συγγραφέας Michael Bourdeaux έκανε γνωστή στην Δύση την ιστορία της Άιντα με το βιβλίο “Aida of Leningrad: Story of Aida Skripnikova”.  

Το 1991, είκοσι χρόνια μετά την τέταρτη και τελευταία της φυλάκιση, η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε με την πτώση του Κομμουνισμού. Οι διωγμοί τoυ καθεστώτος προς τους Χριστιανούς σταμάτησαν.

Το 1992, κάποιοι απεσταλμένοι του καναδέζικου περιοδικού «Η Φωνή των Μαρτύρων» την βρήκαν, άρρωστη, χλωμή και αδύνατη να ζει σε ένα καθαρό, όμορφα τακτοποιημένο διαμέρισμα σε ένα διαλυμένο παλιό κτίριο στην Άγια Πετρούπολη. Παρέμενε μια όαση καθαρότητας και τάξης μέσα στο χάος. Φαινόταν ξεκάθαρα ότι δεν κρατούσε πικρία στους πρώην βασανιστές της. Το μόνο που είχε ήταν συγχώρηση. Είχε εκπλαγεί από την προσοχή που προκάλεσε η ιστορία της σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αλλά όμως ήταν ευγνώμων για αυτό. Είπε: «Μπόρεσα να υπομείνω μόνο εξαιτίας των πολλών προσευχών απ’ όλο τον κόσμο. Διαφορετικά δεν θα είχα κρατηθεί».

ΚΟ / από εδώ, εδώ, εδώ κι αλλού